Η ταυτότητα των φαν

Η επιλογή της συγκεκριμένης ομάδας των εφήβων, πέρα από το προσωπικό ενδιαφέρον, καθώς βρίσκομαι σε καθημερινή επαφή μαζί τους είτε ως εκπαιδευτικός είτε ως σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού, ήταν και μια πρόκληση για μένα, επειδή μου επέτρεψε να διερευνήσω τις «νοητικές εικόνες» αυτών ως προς τη φαν ταυτότητάς τους, που ως πεδίο μελέτης μετράει μικρό αριθμό ερευνών (καθώς είναι μια δύσκολη ερευνητικά περιοχή) και ακόμη μικρότερο για τη συγκεκριμένη ηλικιακή βαθμίδα .
Ως προς τα αποτελέσματα της ερευνητικής προσπάθειας, αυτό το οποίο συνοπτικά συμπεράναμε, τόσο από τα στοιχεία της θεωρητικής αναζήτησης όσο από αυτά της εμπειρικής έρευνας, είναι ότι η συστηματική ενασχόληση και αφοσίωση των φαν εφήβων με το αντικείμενο του fandom έχει αναπτυξιακή σημασία, καθώς παίζει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την επίτευξη της ταυτότητάς τους, κατά τη μετάβασή τους από την εφηβεία προς την ενηλικίωση. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο του fandom λειτουργεί ως πρότυπο ζωής, βοηθώντας τον έφηβο να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της σύγχρονης μετανεωτερικής κοινωνίας. Ένα άλλο που διαπιστώσαμε, είναι ότι η φαν κουλτούρα δεν συγκροτείται ερήμην, αλλά είναι αποτέλεσμα επιρροών του οικείου περιβάλλοντος και των μέσων μαζικής επικοινωνίας, τα οποία συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωσή αλλά και τη διατήρησή της φαν ιδιότητας.

Ειδικότερα τώρα, όσον αφορά τα ΜΜΕ, τα οποία οι φαν έφηβοι επιλέγουν στον ελεύθερο χρόνο τους κυρίως για ψυχαγωγικούς λόγους, διαπιστώσαμε ότι συμβάλουν στη διαμόρφωση της φαν κουλτούρας τους, με έναν έμμεσο τρόπο, καθώς αυτά δημιουργούν το πολιτιστικό επίστρωμα , το οποίο δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για την ενασχόλησή τους με το αντικείμενο λατρείας τους. Έτσι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μέσα από το συντονισμό ενός ολόκληρου προωθητικού μηχανισμού της βιομηχανίας του θεάματος, ενισχύουν τη φανατική ενασχόληση, ενδυναμώνοντας την εξιδανικευμένη εικόνα των «προϊόντων κουλτούρας», είτε αυτά είναι εικονογραφημένες αφηγήσεις όπως τα κόμικς, είτε είδωλα της αληθινής ζωής, όπως οι σταρ του κινηματογράφου και της μουσικής . Εκτός τούτου τα μέσα μαζικής επικοινωνίας παρέχουν και ένα χώρο στον οποίο η «απόλαυση» έχει κεντρικό ρόλο, δημιουργώντας ουσιαστικά το κίνητρο της συστηματικής σχέσης του φαν με το αντικείμενο λατρείας (Sandvoss, 2005, σ.71).
Βέβαια όταν μιλάμε για ΜΜΕ στην περίπτωση των εφήβων του δείγματός μας, εννοούμε κυρίως το διαδίκτυο, με το οποίο ασχολούνται τον περισσότερο από το χρόνο τους και το οποίο εμπερικλείει τα πολιτιστικά προϊόντα άλλων μέσων, όπως της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, διαμορφώνοντας έτσι μια νέα υπερ-μεσική πραγματικότητα η οποία συστήνεται στις ηλεκτρονικές ιστοσελίδες αυτού .
Έτσι οι έφηβοι του δείγματός μας θα αναφέρουν ότι επιλέγουν το διαδίκτυο, για να παρακολουθήσουν τηλεοπτικές εκπομπές, για να «κατεβάσουν» μια κινηματογραφική ταινία, αλλά και για ενημερωτικούς ή και εκπαιδευτικούς λόγους, κατά την πλοήγησή τους στα ηλεκτρονικά περιεχόμενά του. Η εύκολη και χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς πρόσβαση στον ψηφιακό κόσμο του διαδικτύου, θα ενισχύσει την συστηματικότητα της ενασχόλησης των εφήβων, και παράλληλα θα συνεισφέρει και στη μεγαλύτερη οικειοποίηση με το αντικείμενο του fandom τους , παράγοντες που θα λειτουργήσουν προσθετικά, ενδυναμώνοντας τις φαν πρακτικές τους (βλ. Bailey 2002· Jenkins 2003, 2004). Επιπλέον στις κοινωνικές ιστοσελίδες του διαδικτύου και ειδικότερα ως μέλη ηλεκτρονικών φαν κοινοτήτων, οι έφηβοι θα αποκτήσουν και έναν ενεργό ρόλο, ανταλλάσσοντας ή σχολιάζοντας πληροφορίες, ανεβάζοντας φωτογραφίες και video, πρακτικές που διαμορφώνουν παράλληλα μια ναρκισσιστική λειτουργία, η οποία, σύμφωνα με την υπόθεση των Abercrombie & Longhurst (1998), είναι συνέπεια μιας κυκλικής αλληλεπίδρασης μεταξύ παραγωγής/ θεάματος και κατανάλωσης/ παράστασης: «ο ναρκισσισμός εμπλέκει μια φαντασιακή παράσταση μπροστά στους άλλους που συνθέτουν ένα κοινό το οποίο είναι εστιασμένο στο ναρκισσιστικό εαυτό» (σ.93). Με άλλα λόγια οι φαν έφηβοι του δείγματός μας θα γίνουν οι ενισχυτές αλλά και αναδιαμόρφωνες του προσφερόμενου μεσικού fandom προϊόντος, διαμορφώνοντας αντίστοιχα το δικό τους κοινό φαν μέσα στο κοινό των φαν.
Όμως, δεν είναι μόνο τα ΜΜΕ που ενισχύουν τη δράση των εφήβων στο αντικείμενο του fandom, καθώς τόσο η οικογένεια όσο και οι παρέες των συνομήλικων συμβάλουν σημαντικά στη διαμόρφωση της φαν κουλτούρας τους.
Αναφορικά με το οικογενειακό περιβάλλον φαίνεται ότι αυτό είναι πρωταρχικής σημασίας ως προς τη διαμόρφωση καταρχάς της κουλτούρας του νέου και επομένως και της φαν κουλτούρας του, καθώς θέτει τις βάσεις που είναι καθοριστικές για την πολιτιστική εξέλιξή του. Έτσι οι έφηβοι παρόλο που αναφέρουν αποκλείσεις «κουλτούρας» σε σχέση με τους γονείς τους, παρατηρώντας πιο προσεχτικά θα διαπιστώσουμε είτε άμεσα είτε έμμεσα, την κοινή πολιτισμική παράδοση αυτών, η οποία ωστόσο αναδιαμορφώνεται από τα πρόσθετα πολιτιστικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος τους.
Ομοίως οι παρέες των συνομηλίκων που είναι η δεύτερη σημαντικότερη πηγή πολιτιστικών ερεθισμάτων καθώς η μεταξύ τους αλληλεπίδραση, δημιουργεί ένα πλαίσιο ανταλλαγής «κουλτούρας» (μουσική, ταινίες , στυλ ντυσίματος κλπ.), ανακαλύπτοντας παράλληλα μέσα από αυτή τη συνδιαλλαγή και το αντικείμενο λατρείας τους, με το οποίο θα ασχοληθούν με συστηματικότητα και πάθος. Πέρα από αυτό σε κάποιες περιπτώσεις, η κοινή λατρεία στο αντικείμενο του fandom, με τους πιο κοντινούς φίλους τους, εξελίσσει και ενισχύει την φαν λειτουργία, καθώς σε αυτό τον κοινό λατρευτικό τόπο θα συζητήσουν, θα ανταλλάξουν πληροφορίες ή και θα συμμετέχουν από κοινού με ότι σχετίζεται με αυτό.
Η ενασχόληση των εφήβων του δείγματός μας με το αντικείμενο του fandom, όπως καταδείχθηκε στην παρούσα εργασία, είναι συστηματική και συγχρόνως συναισθηματικά εμπλεκόμενη, υπό το στοιχείο μιας «λιβιδικού χαρακτήρα έξαψης» (βλ. Vermorel & Vermorel, 1985 · Rojek 2001) που διαμορφώνει θα λέγαμε μια εμμονική προσκόλληση με αυτό. Έτσι διαπιστώσαμε ότι οι έφηβοι του δείγματός μας, ασχολούνται με τις λατρείες τους με συστηματικότητα, σε μια ποικιλία δραστηριοτήτων, όπως με την ακρόαση της μουσικής του αγαπημένου τους σταρ, βρίσκοντας πληροφορίες, παρακολουθώντας συνεντεύξεις , βιογραφικά στοιχεία, ανεβάζοντας φωτογραφίες, κλπ. Επίσης σημαντικό μέρος της ενασχόλησής τους φαίνεται να είναι και ανταλλαγή πληροφοριών ως μέλη διαδικτυακών φαν κοινοτήτων του αντικειμένου του fandom.
Μια άλλη διαπίστωση που κάναμε, είναι ότι το φαινόμενο fandom φαίνεται να αντικατοπτρίζει τις διαστάσεις τις μαζικής κουλτούρας και κατανάλωσης καθώς ακολουθείται από πλήθος συμπληρωματικά εμπορικά προϊόντα (αφίσες, φωτογραφίες, cd, αυτόγραφα κλπ.) τα οποία τροφοδοτεί μια ολόκληρη πολιτιστική βιομηχανία, δρώντας ενισχυτικά στην εικόνα του αντικειμένου λατρείας. Αυτά τα δευτερογενή αντικείμενα φαίνεται να έχουν και την αξία ενός «μεταβατικού αντικειμένου» (βλ. Harrington & Bielby, 1995· Hills, 1999· Barbas, 2001· Hills, 2002) καθώς διαμορφώνουν τον ενδιάμεσο χώρο εμπειρίας μεταξύ του φαν εφήβου και του αντικειμένου λατρείας, μια συμβολική περιοχή που μειώνει τη μεταξύ τους απόσταση, ενισχύοντας παράλληλα την ταυτοποίηση. Με άλλα λόγια ο έφηβος μέσω αυτών των μεταβατικών αντικειμένων θα φέρει πίσω την «απούσα μητέρα» που εκπροσωπείται στο αντικείμενο του fandom, φέρνοντας του ανακούφιση και μια φαντασιωσική αίσθηση του «ανήκειν» στην ομάδα του λατρευτικού αντικειμένου. Από μια άλλη οπτική, αυτά τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα λειτουργούν και σε ένα συμβολικό επίπεδο ως αντικείμενα επιθυμίας, συμπλήρωμα μιας αρχαϊκής φαλλικής έλλειψης, προωθώντας τον φαν έφηβο σε μια οιδιποδειακού τύπου μετάβαση: «έχω φαλλό» όπως έχει αυτός που θαυμάζω επομένως «μπορώ να είμαι όπως και αυτός» (βλ Lacan,1966).
Εκείνο όμως που διαπιστώσαμε στην παρούσα έρευνα θεωρώντας σημαντικό να το επισημάνουμε, είναι ότι το αντικείμενο του fandom για τους φαν εφήβους έχει έναν αναπτυξιακό ρόλο καθώς ακουμπάει σε θέματα «εαυτού». Ένας ευάλωτος, εύθραυστος εαυτός που αναζητεί την έγκριση των άλλων, που μπορεί να λέει ψέματα προκειμένου να αντιμετωπίσει διαπροσωπικής φύσεως καταστάσεις, που δεν μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματά του, ενώ οι εμφανησιακές του ατέλειες θα τον κάνουν να αισθάνεται λιγότερο επαρκής, θίγοντας την αυτοεκτίμησή του. Έτσι ο έφηβος προκειμένου να άρει τις αδυναμίες του, θα βρεθεί σε ένα διαρκές «ψάξιμο», αναζητώντας ρόλους και δυνατότητες, στην κατοπτρική επιφάνεια του εξιδανικευμένου αντικειμένου λατρείας, συνενώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα ασύνδετα κομμάτια του σε ένα ενιαίο όλον, μια ταυτοποιητική λειτουργία που φαίνεται να δρα εξελικτικά στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας (Lasch, 1979/1991· Postman, 1985· King, 1992· Sandvoss, 2005) και στην επίτευξη τελικά μιας ενήλικης συνεκτικής ταυτότητας . Επιπλέον οι έφηβοι θα βρουν ομοιότητες με αυτό που λατρεύουν, ως προέκταση ή κομμάτι του εαυτού τους (Sandvos, 2005), σε εμφάνιση, αξίες , επιθυμίες και ιδέες, οι οποίες ενισχύουν ή αναδιαμορφώνουν την υποκειμενική τους θέση για τον κόσμο, ανακουφίζουν από το άγχος του ανταγωνιστικού μετανεωτερικού περιβάλλοντος και βοηθούν στην αυτό – αποδοχή τους.
Υπό αυτή την έννοια το αντικείμενο λατρείας εκπροσωπεί και το «ιδεώδες του εγώ» , την εν δυνάμει κατάσταση του εαυτού, καθώς λειτουργεί «προτυπικά» ως το «αντικείμενο» που εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά που θα ήθελαν οι έφηβοι να έχουν, τα οποία αναπαρίστανται στο λόγο τους με όρους αξίας και σημαντικότητας.
Οι παραπάνω η ταυτοποιητικές λειτουργίες είναι κατά βάση «ναρκισσιστικές» , καθώς οι έφηβοι φαίνεται να φαντασιώνονται ένα υπέρ- εαυτό που θα μπορεί να αντέχει στις αντιξοότητες της ζωής με τον ίδιο τρόπο που μπορεί και το εξιδανικευμένο πρότυπο τους, προτείνοντας έτσι τρόπους αντιμετώπισης των όποιων εφηβικών προβλημάτων. Η εξιδανίκευση αυτή στην ουσία είναι μια διαδικασία προβολής και επανενδοβολής των «καλών μερών» του εαυτού στο λατρευτικό αντικείμενο, προστατεύοντας έτσι τον έφηβο από τα καταστρεπτικά του στοιχεία. Με λίγα λόγια το αντικείμενο λατρείας θα αποκτήσει το ρόλο του «μέντορα ζωής», καθώς θα γίνει το επαγγελματικό πρότυπο, θα συμβάλλει στην εξέλιξη των διαπροσωπικών επαφών, θα προωθήσει κοινωνικές αξίες όπως την αποδοχή της διαφορετικότητας και θα λειτουργήσει ως πρόβα για τις μεταγενέστερες ερωτικές σχέσεις, συντελώντας παράλληλα στη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας του (βλ. Rubin & McHugh, 1987·Perse & Rubin, 1989·Adams-Price & Greene, 1990 · Steele & Brown, 1995).
Τέλος, παρατηρήσαμε και κάποιες ενδείξεις διαφυλικών διαφορών ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια του δείγματος. Έτσι τα αγόρια ταυτίζονται με το πρότυπο και ενδοβάλλουν κυρίως την αξιοποιήσιμη χρηστική πλευρά του, όπως την επαγγελματική δραστηριότητά του, ενώ τα κορίτσια θα εκφραστούν με πιο συναισθηματικό τρόπο, με λόγια αγάπης και λατρείας ή σε άλλες περιπτώσεις θα ταυτιστούν με το συναίσθημα του ήρωα τους.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι έφηβοι του δείγματός μας, όπως καταδείχθηκε μέσα από τις υποκειμενικές τους αντιλήψεις, καθορίζονται από μια εσωτερική ανάγκη να δημιουργούν πρότυπα ζωής, με τα οποία ταυτίζονται, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση και την επίτευξη της ταυτότητάς τους, δίνοντας λύσεις και διεξόδους στα καθημερινά τους προβλήματα. Ωστόσο στην παραπάνω διαδικασία σημαντικό ρόλο παίζει και το οικείο περιβάλλον αυτών που σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα κουλτούρας που προσφέρουν τα ΜΜΕ, συντελούν στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητάς τους και εν τέλει της φαν

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *