Μία από τις σημαντικότερες εργασίες του Freud είναι οι τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας, ιδίως το μέρος που αναφέρεται στη παιδική σεξουαλικότητα. Διαβάζοντάς το έχεις την αίσθηση ότι ορισμένα στοιχεία του έργου είναι λίγο παρωχημένα , ωστόσο θα πρέπει να το δούμε σε σχέση με την εποχή του όπου το σεξουαλικό ζήτημα ήταν ταμπού. Το έργο αυτό ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων καθώς χαρακτηρίστηκε ανήθικο, νοσηρό και αισχρό, καταστώντας τον Freud τον πιο αντιπαθή επιστήμονα, αναφέρεται ότι ακόμα γνωστοί αλλά και κάποιοι φίλοι του απέφευγαν ακόμα και να τον χαιρετήσουν στο δρόμο.
Τι το κάνει όμως τόσο σημαντικό το έργο αυτό του Φρόιντ; Κατά πρώτον θίγει σεξουαλικά ζητήματα απαγορευτικά για την εποχή (1905-1920) όπως οι διαστροφές και η παιδική σεξουαλικότητα και κατά δεύτερον εισαγάγει την θεωρία της libido μια από τις σημαντικότερες ψυχαναλυτικές έννοιες. Για τον Freud η libido είναι μια ψυχική ενέργεια με ροή, διαφορετική από άλλες μορφές ψυχικής ενέργειας λόγω του σεξουαλικού χαρακτήρα της, η οποία ωστόσο δεν απορρέει αποκλειστικά από τα σεξουαλικά μέλη αλλά από όλα τα όργανα του σώματος. Σύμφωνα με τον Freud στις μεταστροφές και μετακινήσεις της libido οφείλονται πολλά ψυχοπαθολογικά συμπτώματα (Διαστροφές, ιδεοληψίες , υστερίες, ψυχώσεις: Ναρκισσιστική libido) (Freud 1920). Συγκεκριμένα ο Freud αναφέρει «Με την έννοια libido ποσότητα, εννοούμε μια ψυχική παράσταση της οποίας δίνουμε το όνομα « libido του εγώ» , και της οποίας η παραγωγή , η αύξηση ή μείωση , ο καταμερισμός και η μετατόπιση θα έπρεπε να μας παρέχουν τις δυνατότητες για την εξήγηση των ψυχοσεξουαλικών φαινομένων που παρατηρούμε» (Freud , 1920 σ.165) . Μέρος της ενέργειας της libido χρησιμοποιείται για την κατάκτηση σεξουαλικών αντικειμένων , που είτε συγκεντρώνεται σε αυτά , είτε καθηλώνεται είτε τα εγκαταλείπει, είτε μετακινείται από ένα αντικείμενο σε άλλο, με στόχο την ικανοποίηση και την προσωρινή κατάσβεση της libido ψυχικής ενέργειας.
Σε κάποιο σημείο του κειμένου ο Freud αναφέρει ότι : Θα μπορούσαμε θαυμάσια να πιστέψουμε το γιατί η ψυχανάλυση προκάλεσε κατάπληξη κι αρνήσεις, αφού, ως ένα βαθμό, πάνω στη βάση αυτών των τριών παραμελημένων γεγονότων, ερχόταν σ’ αντίθεση με την όποια λαϊκή αντίληψη περί σεξουαλικότητας. Τα βασικά ευρήματά της είναι τα ακόλουθα:
1. Η σεξουαλική ζωή δεν αρχίζει μόνο στην εφηβεία, αλλά αρχίζει με ολοφάνερες εκδηλώσεις αμέσως μετά τη γέννηση.
2. Είναι αναγκαίο να κάνουμε μια ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στις έννοιες «σεξουαλικό» και «γενετήσιο». Η πρώτη είναι πλατύτερη έννοια και περικλείνει πλήθος δραστηριότητες που δεν έχουν καμιά σχέση με τα γεννητικά όργανα.
3. Η σεξουαλική ζωή περιλαμβάνει τη λειτουργία της επίτευξης ηδονής από ζώνες του σώματος – μια λειτουργία που κατοπινά έρχεται να εξυπηρετήσει την αναπαραγωγή. Οι δυο λειτουργίες συχνά δε συνδυάζονται.
***
Το πρώτο μέρος αυτού του έργου αναφέρεται στις σεξουαλικές παρεκκλίσεις , οι οποίες είναι είτε ως προς το σεξουαλικό αντικείμενο (Ομοφυλοφιλία, αμφιφυλοφιλία, σεξουαλικώς ανολοκλήρωτα άτομα και ζωοφιλία) είτε ως προς το σεξουαλικό σκοπό (σεξουαλικές δραστηριότητες οι οποίες είτε (α) εκτείνονται, στην ανατομική έννοια, πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση είτε (β) παρατείνουν τις ενδιάμεσες σχέσεις με το σεξουαλικό αντικείμενο, οι οποίες θα έπρεπε φυσιολογικά να διεκπεραιωθούν γρήγορα προκειμένου να ολοκληρωθεί ο τελικός σεξουαλικός σκοπός).
Ομοφυλοφιλία
Ο Freud θα ορίσει ως ομοφυλόφιλους εκείνα άτομα που έχουν σεξουαλική επιθυμία και συνεύρεση με άλλα άτομα του ίδιου φύλου: «Οι άνθρωποι του είδους αυτού χαρακτηρίζονται άτομα με αντιφατικά σεξουαλικά αισθήματα ή, καλύτερα, άτομα σεξουαλικώς διεστραμμένα, και το όλο πράγμα περιγράφεται ως διαστροφή (inversion). Ο αριθμός των ανθρώπων του είδους αυτού είναι πολύ σημαντικός, αν και ο ακριβής προσδιορισμός του παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες».
Η συμπεριφορά των ομοφυλοφίλων διαφέρει από άτομο σε άτομο και κυρίως έχουμε 3 συμπεριφορικές διακρίσεις:
Α) Οι απόλυτα ομοφυλόφιλοι . Στην περίπτωση αυτή τα σεξουαλικά τους αντικείμενα είναι αποκλειστικά του δικού τους φύλου. Τα άτομα του αντίθετου φύλου δεν αποτελούν ποτέ το αντικείμενο του σεξουαλικού τους πόθου, αλλά τους αφήνουν αδιάφορους, ή ακόμα τους προ- καλούν σεξουαλική απέχθεια. Ως συνέπεια της απέχθειας αυτής, είναι ανίκανοι, αν πρόκειται για άντρες, να πραγματοποιήσουν τη σεξουαλική πράξη, ή δεν αντλούν καμία ευχαρίστηση από αυτή.
β) Μπορεί να είναι αμφιγενείς διεστραμμένοι, δηλαδή ψυχοσεξουαλικά ερμαφρόδιτοι. Στην περίπτωση αυτή τα σεξουαλικά τους αντικείμενα μπορεί να είναι εξίσου τόσο του δικού τους όσο και του αντιθέτου φύλου. Έτσι, από το είδος αυτό της διαστροφής λείπει το χαρακτηριστικό της αποκλειστικότητας.
γ) Μπορεί να είναι συγκυριακοί διεστραμμένοι. Στην περίπτωση αυτή, κάτω από ορισμένες εξωτερικές συνθήκες – από τις οποίες οι κυριότερες είναι το απρόσιτο οποιουδήποτε φυσιολογικού σεξουαλικού αντικειμένου και η μίμηση- είναι αυτοί ικανοί να θεωρήσουν ως σεξουαλικό τους αντικείμενο κάποιον του δικού τους φύλου και να αντλήσουν ικανοποίηση από τη σεξουαλική επικοινωνία μαζί του.
Οι ομοφυλόφιλοι είναι δυνατόν να αποδεχθούν την διαστροφή τους αλλά πολλές φορές επαναστατούν ενάντια στη διαστροφή τους και την αισθάνονται σαν έναν παθολογικό ψυχαναγκασμό. Υπάρχουν και άλλες παραλλαγές οι οποίες έχουν να κάνουν με τον χρόνο έτσι η σεξουαλική απόκλιση μπορεί να εκδηλωθεί είτε από τότε που φτάνει η μνήμη του υποκειμένου είτε μετέπειτα κατά την έναρξη της εφηβείας. Μπορεί είτε να διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή, είτε να περιέλθει σε κατάσταση προσωρινής αδράνειας, ή μπορεί πάλι να συνιστά ένα επεισόδιο στα πλαίσια της πορείας προς μια φυσιολογική ανάπτυξη. Μπορεί ακόμη να κάνει την πρώτη του εμφάνιση αργά στη ζωή, μετά από μια περίοδο φυσιολογικής σεξουαλικής δραστηριότητας. Έχει επίσης παρατηρηθεί μερικές φορές μια περιοδική ταλάντευση ανάμεσα σε ένα φυσιολογικό και σε ένα διεστραμμένο σεξουαλικό αντικείμενο. Τέλος μπορεί να προκύψει ομοφυλόφιλη συμπεριφορά μετά από μια τραυματική εμπειρία με οδυνηρό αντικείμενο .
Φύση της ομοφυλοφιλίας : Οι πρώτες εκτιμήσεις αντιμετώπισαν αυτή την παρέκκλιση ως μια έμφυτη ένδειξη νευρικού εκφυλισμού, επομένως η φύση της ομοφυλοφιλίας περιλαμβάνει δύο υποθέσεις είναι ότι είναι έμφυτη και ότι είναι έκφυλη.
Ο Freud αναλύοντας τον όρο εκφυλισμός θα συμπεράνει ότι προκύπτει ως διαγνωστικό κριτήριο εφόσον διατρέχουν δύο συνθήκες :
1) απαντώνται πολλές μαζί σοβαρές αποκλίσεις από το φυσιολογικό, και
2) η ικανότητα για αποτελεσματική λειτουργία και επιβίωση φαίνεται να έχει μειωθεί σοβαρά
Γενικότερα ο Freud ανατρέχοντας στον Moebious (1900) μας προτείνει να είμαστε επιφυλακτικοί με τον όρο εκφυλισμός και τη διάγνωσή του καθώς φαίνεται έχει μικρή πρακτική αξία.
Έτσι θα συμπεράνει: Το ότι οι διεστραμμένοι, με τη νόμιμη αυτή έννοια της λέξης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έκφυλοι το αποδεικνύουν αρκετά γεγονότα:
1) Η διαστροφή συναντάται σε ανθρώπους που δεν παρουσιάζουν άλλες σοβαρές αποκλίσεις από το φυσιολογικό.
2) Συναντάται παρομοίως σε ανθρώπους των οποίων η αποτελεσματικότητα είναι αμείωτη, και οι οποίοι πράγματι διακρίνονται για την ιδιαίτερα υψηλή πνευματική τους ανάπτυξη και ηθική τους παιδεία.
Ο έμφυτος χαρακτήρας είναι η μία άποψη της για την ομοφυλοφιλίας και αποδίδεται μόνο στην πρώτη, πιο ακραία, κατηγορία ομοφυλόφιλων, και η απόδειξη αυτού στηρίζεται στις διαβεβαιώσεις των ιδίων αυτών ότι σε καμία στιγμή της ζωής τους το σεξουαλικό τους ένστικτο δεν παρουσίασε την παραμικρή ένδειξη αλλαγής κατευθύνσεως.
Η δεύτερη άποψη ισχυρίζεται ότι η ομοφυλοφιλία είναι κάτι επίκτητο , είτε από μια έντονη σεξουαλική εντύπωση είτε από ιδιαίτερες συνθήκες που ενίσχυσαν την ομοφυλόφιλοι συμπεριφορά όπως η συντροφικότητα στον πόλεμο, η κράτηση στη φυλακή, οι κίνδυνοι από τις σεξουαλικές σχέσεις με το άλλο φύλο κλπ. Ο επίκτητος χαρακτήρας είναι πιο εμφανής στην με υποβολή μέσω υπνώσεως όπου μπορεί να εξαλειφθεί, πράγμα το οποίο θα προκαλούσε έκπληξη προκειμένου για ένα έμφυτο χαρακτηριστικό. Τελικά ο Freud θα συμπεράνει: ότι η επιλογή ανάμεσα στο «έμφυτο» και «επίκτητο» δεν είναι αποκλειστική ή ότι δεν καλύπτει όλα τα θέματα που σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία.
Το γράμμα του Freud για την ομοφυλοφιλία:
‘Αγαπητή κυρία ….….,
νομίζω ότι καταλαβαίνω από το γράμμα σας πως ο γιος σας είναι ομοφυλόφιλος. Εκπλήσσομαι πολύ από το γεγονός ότι δεν αναφέρετε η ίδια τη λέξη στις πληροφορίες που μου δίνετε για εκείνον. Μπορώ να ρωτήσω γιατί το αποφεύγετε; Η ομοφυλοφιλία οπωσδήποτε δεν είναι πλεονέκτημα, όμως δεν είναι κάτι ντροπιαστικό, δεν είναι βίτσιο, ούτε ξεπεσμός΄ δεν μπορεί να ταξινομηθεί σαν ασθένεια΄ τη θεωρούμε μια παραλλαγή της σεξουαλικής λειτουργίας, που παράγεται από κάποιο σταμάτημα της σεξουαλικής ανάπτυξης. Πολλά ιδιαίτερα αξιοσέβαστα άτομα της αρχαίας και της μοντέρνας εποχής ήταν ομοφυλόφιλοι, και ανάμεσά τους ορισμένοι από τους αξιότερους άντρες (Πλάτωνας, Μιχαήλ Άγγελος, Λεονάρντο ντα Βίντσι, κοκ). Είναι μεγάλη αδικία, και σκληρότητα, επίσης, το να διώκεται η ομοφυλοφιλία σαν έγκλημα. Εάν δεν με πιστεύετε, διαβάστε τα βιβλία του Havelock Ellis [Άγγλος φυσιολόγος που μελετά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα].
Ρωτώντας με αν μπορώ να σας βοηθήσω, εννοείτε, υποθέτω, αν μπορώ να καταργήσω την ομοφυλοφιλία και να φέρω στη θέση της τη φυσιολογική ετεροφυλία. Η απάντηση είναι, ότι γενικά δεν μπορούμε να υποσχεθούμε κάτι τέτοιο. Σε ένα μικρό αριθμό περιπτώσεων το καταφέραμε αναπτύσσοντας τα λιγοστά ίχνη ετεροσεξουαλικών τάσεων που υπάρχουν σε κάθε ομοφυλόφιλο, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν είναι πια δυνατό. Εξαρτάται από το χαρακτήρα και την ηλικία του ατόμου. Το αποτέλεσμα της θεραπείας δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Αυτό που μπορεί να κάνει η ψυχανάλυση για το γιο σας κινείται σε άλλη κατεύθυνση. Εάν είναι δυστυχισμένος, νευρωτικός, διχασμένος εξαιτίας συγκρούσεων, με αναστολές στην κοινωνική ζωή, η ψυχανάλυση μπορεί να του δώσει αρμονία, ηρεμία μυαλού, αποδοτικότητα, είτε παραμείνει ομοφυλόφιλος είτε αλλάξει. Εάν το αποφασίσετε θα ήταν καλό να κάνει ανάλυση μαζί μου – παρότι δεν νομίζω ότι θα το κάνετε – θα πρέπει τότε να έρθει στη Βιέννη. Δεν σκοπεύω να φύγω από εδώ. Ωστόσο, μην αμελήσετε να μου απαντήσετε.
Ειλικρινά δικός σας με τις καλύτερες ευχές. Φρόιντ’
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ. Το σημαντικό γεγονός που πρέπει να κρατάμε στον νου μας είναι ότι κανένας σκοπός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει αποκλειστικά σε όλες τις περιπτώσεις διαστροφής. Η συνουσία από τον πρωκτό, μεταξύ ανδρών, δεν ταυτίζεται με κανένα τρόπο με τη διαστροφή· πολύ συχνά αποκλειστικός τους σκοπός είναι ο αυνανισμός, και είναι ακόμη αλήθεια ότι οι πε-ριστολές του σεξουαλικού σκοπού – σε σημείο που να περιορίζεται σε απλή συναισθηματική διαχυτικότητα- είναι πιο συνηθισμένες μεταξύ αυτών παρά μεταξύ των ετερόφυλων εραστών. Μεταξύ των γυναικών, επίσης, οι σεξουαλικοί σκοποί των ομοφυλόφιλων είναι ποικίλοι: φαίνεται να υπάρχει μια ιδιαίτερη προτίμηση για επαφή με τη βλεννογόνο μεμβράνη του στόματος.
Η εξήγηση της ομοφυλοφιλίας.
Ο Freud πιστεύει ότι η ομοφυλοφιλία είναι μια παρέκκλιση που έχει τις ρίζες της σε μια ατελής οιδιποδειακή οργάνωση. Στο οιδιπόδειο στάδιο αυτό που διακυβεύεται είναι ο φόβος του ευνουχισμού για το αγόρι ή ο φθόνος του πέους για το κορίτσι. Σε κάθε περίπτωση το οιδιπόδειο έχει να κάνει με τον ευνουχισμό ο οποίος έχει άμεση σχέση με τον ναρκισσισμό. Η απώλεια του φαλλού αναδεικνύεται σε μείζον θέμα ναρκισσιστικής ευαλωτότητας. Η προβληματική του ευνουχισμού ανευρίσκεται δια μεταθέσεως σε διάφορα αντικείμενα, όπως η τύφλωση του Οιδίποδα, η εξόρυξη οδόντων ή μία χειρουργική επέμβαση και παίρνει διάφορες μορφές όπως το ταμπού της παρθενίας, το αίσθημα μειονεξίας, η ομοφυλοφιλία, ο φετιχισμός. Ο πατέρας εκπροσωπείται από πρόσωπα κύρους ή από ζώα όπως στον μικρό Hans. Η φαλλική οργάνωση καταρρέει λόγω της απειλής ευνουχισμού και δεν ολοκληρώνεται σε γενετήσια οργάνωση, η οποία θα αναμένει τη βιολογική ωρίμανση της εφηβείας. Στην ενεργητική εκδοχή του οιδιπόδειου το αγόρι αντικαθιστά τον πατέρα, ο οποίος βιώνεται ως εμπόδιο, ενώ στην παθητική εκδοχή αντικαθιστά την μητέρα και αφήνεται να αγαπηθεί από τον πατέρα. Ανάλογες εκδοχές ισχύουν για το κορίτσι. Ως ουσιώδες παραμένει ότι στο οιδιπόδειο η ανατομία είναι το έσχατο πεπρωμένο (Laplanche, Pontalis, όπως αναφέρεται από τον Ιωάννης Βαρτζόπουλος σ.2).
B. Σεξουαλικός ανολοκλήρωτα άτομα και ζώα ως σεξουαλικά αντικείμενα
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν παρεκκλίνουσες περιπτώσεις όπου επιλέγονται σεξουαλικώς ανολοκλήρωτα άτομα (παιδιά) ως σεξουαλικά αντικείμενα κρίνονται ευθύς αμέσως ως σποραδικές παρεκκλίσεις. Συνήθως συμβαίνει αυτά να παίζουν τον ρόλο αυτόν όταν κάποιος ο οποίος είναι δειλός ή καθίσταται ανίκανος τα επιλέγει ως υποκατάστατο, ή όταν ένα επιτακτικό ένστικτο (το οποίο δεν επιδέχεται αναβολή) δεν μπορεί σε μια δεδομένη στιγμή να εξασφαλίσει ένα πιο πρόσφορο αντικείμενο. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στη σεξουαλική επικοινωνία με ζώα, η οποία δεν είναι καθόλου σπάνια, ιδιαίτερα μεταξύ των χωρικών, και στην οποία η σεξουαλική έλξη φαίνεται να υπερπηδά τους φραγμούς του είδους. Αυτό που κάνει εντύπωση σε αυτή την ενότητα είναι ότι ο Freud συσχετίζει την κοινωνική η ηθική ανωμαλία με τη σεξουαλική του ζωή συγκεκριμένα αναφέρει : «Σύμφωνα με την εμπειρία μου, όποιος είναι, καθ’ οιον- δήποτε τρόπο, είτε κοινωνικά ή ηθικά, ανώμαλος ψυχικά, είναι πάντοτε ανώμαλος και στη σεξουαλική του ζωή». Παρακάτω ωστόσο θα μας πει ΄τοι το αντίστροφο δεν ισχύει καθώς η σεξουαλική παρέκκλιση δε σημαίνει αυτόματα και κοινωνική ή ηθική παρέκκλιση.
2. ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΣΚΟΠΟ
Α. Ανατομικές επεκτάσεις : Κάθε σεξουαλική δραστηριότητα που εκτείνεται ανατομικά πέρα από τις περιοχές του σώματος που προορίζονται για σεξουαλική ένωση . Αυτές οι παρεκκλίσεις μπορεί να είναι :
α) Χρήση του στόματος ως σεξουαλικού οργάνου πχ. αν τα χείλη (ή η γλώσσα) ενός ατόμου έρθουν σε επαφή με τα γεννητικά όργανα ενός άλλου. Εδώ η ένταση της libido φαίνεται να ξεπερνά την αηδία. Βέβαια η ορμή του υπερεγώ είναι δυνατό να εκφραστεί και ως υστερικό σύμπτωμα
β) Σεξουαλική χρήση της πρωκτικής οπής.
ΑΝΑΡΜΟΣΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ – ΦΕΤΙΧΙΣΜΟΣ: Όταν το φυσιολογικό σεξουαλικό αντικείμενο αντικαθίσταται από ένα άλλο το οποίο σχετίζεται κάπως με αυτό, αλλά είναι εντελώς απρόσφορο για να εξυπηρετήσει τον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό (πχ κάποιο μέρος του σώματος, ένα κομμάτι ρούχου ή εσώρουχου, συγκεκριμένο χρώμα μαλλιών ή ντύσιμο, ή ακόμη κάποιο σωματικό ελάττωμα. Η κατάσταση γίνεται παθολογική μονάχα όταν ο πόθος για το φετίχ ξεπεράσει το σημείο τού να είναι απλά ένας αναγκαίος όρος προσκολλήσεως στο σεξουαλικό αντικείμενο και αντικαταστήσει στην πραγματικότητα τον φυσιολογικό σεξουαλικό σκοπό, και, επί πλέον, όταν το φετίχ διαχωριστεί από ένα συγκεκριμένο άτομο και γίνει το αποκλειστικό σεξουαλικό αντικείμενο. Η επιλογή ενός φετίχ αποτελεί μια μετατραυματική συνέπεια κάποιας έντονης σεξουαλικής εντύπωσης, κατά κανόνα, της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Συγκεκριμένα η διάψευση της έλλειψης του μητρικού πέους είναι η βάση του ευνουχισμού ,όπου το φετιχιστικό αντικείμενο αντιπροσωπεύει συμβολικά το φαντασιωσικό μητρικό πέος. Η παρουσία του φετίχ αντικειμένου καθησυχάζει τον πάσχοντα κατά τη σεξουαλική συνεύρεση από τον κίνδυνο ευνουχισμού (Freud 1905a, 1927a).
Παρεκκλίσεις της Απτικής και οπτικής επαφής: Η απόλαυση του να βλέπει κανείς γίνεται παρέκκλιση (α) αν περιορίζεται αποκλειστικά στα γεννητικά όργανα, ή (β) αν συνδέεται με την υπερνίκηση της αηδίας (όπως στην περίπτωση των ηδονοβλεψιών ή των ανθρώπων που παρακολουθούν τις απεκκριτικές λειτουργίες), ή (γ) αν, αντί να αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο του φυσιολογικού σεξουαλικού σκοπού, τον παρεμποδίζει. Το τελευταίο αυτό είναι ολοφάνερο στους επιδειξιμανείς, οι οποίοι, αν επιδεικνύουν τα γεννητικά τους όργανα προκειμένου να εξασφαλίσουν μια αμοιβαία θέα των γεννητικών οργάνων του άλλου ατόμου.
Ηδονοβλεψία επιδειξιομανία: Στις διαστροφές αυτές ο σεξουαλικός σκοπός εκδηλώνεται με δύο μορφές, μια ενεργητική και μια παθητική.
Ο Freud θεωρεί ότι η αιτία αυτών των διαστροφών είναι επίσης στενά συνδεδεμένη με το σύμπλεγμα του ευνουχισμού . Η επιδειξιομανία πχ. αποτελεί έναν τρόπο επιβεβαίωσης της ακεραιότητας των ανδρικών γεννητικών οργάνων του ίδιου του υποκειμένου και επαναλαμβάνει τη βρεφονηπιακή του ικανοποίηση της απουσίας του πέους στη γυναίκα.
Σαδισμός μαζοχισμός: Οι πιο συχνές και οι πιο σημαντικές από όλες τις διαστροφές -η επιθυμία να προκαλεί κανείς πόνο στο σεξουαλικό αντικείμενο, και το αντίστροφό της- ονομάστηκαν από τον Krafft-Ebing ως «σαδισμός» και «μαζοχισμός» για τις ενεργητικές και παθητικές τους μορφές, αντίστοιχα. Έτσι ο σαδισμός και ο μαζοχισμός είναι αλληλένδετα φαινόμενα που συνίσταται σε ένα συνδυασμό επιθετικών και σεξουαλικών ενορμητικών παραγόντων. Η πρώτη υπόθεση του Freud ήταν ότι ο σαδισμός προϋπάρχει του μαζοχισμού, ωστόσο σε μεταγενέστερο έργο με την υπόθεση της ενόρµησης του θανάτου , θα προτείνει την έννοια του πρωταρχικού μαζοχισμού , όπου είναι μια καταστροφική ορμή προς τον ίδιο τον εαυτό που υπάρχει από τη στιγμή της γέννησης και λειτουργεί ανεξάρτητα και αντίθετα με την αρχή της ηδονής. Ο σαδισμός έρχεται αργότερα κατά την μετατόπισης αυτής της καταστροφικής ορμής σε εξωτερικά αντικείμενα, δηλαδή τους άλλους. Επιπλέον ο σαδιστής δεν αντλεί μόνο ευχαρίστηση επιβάλλοντας πόνο στους άλλους αλλά και μαζοχιστική ευχαρίστηση μέσω της ταύτισης με τον άλλο. Συμβολικά ευνουχίζει προκειμένου να βρεθεί σε κίνδυνο ευνουχισμού ο ίδιος. Ο μαζοχιστής από την άλλη μέσω από την ίδια διαδικασία της ταύτισης αντλεί σαδιστική ευχαρίστηση επειδή προκαλεί συναισθήματα ενοχής στον άλλο. Γενικά ο πόνος, ο οποίος υπερνικάται σε παρόμοιες περιπτώσεις, είναι έτσι ανάλογος με την αηδία και την ντροπή ως δύναμη που αντιτίθεται και αντιστέκεται στη libido. Εν κατακλείδι ένας σαδιστής είναι πάντα συγχρόνως και ένας μαζοχιστής, παρ’ όλο που η ενεργητική ή η παθητική πλευρά της διαστροφής μπορεί να είναι πιο ανεπτυγμένη σε αυτόν και να αντιπροσωπεύει τη δεσπόζουσα σεξουαλική του δραστηριότητα.
Γενικές παρατηρήσεις για το σύνολο των διαστροφών
Σε αυτή την ενότητα ο Freud δεν αποβαίνει σε βιαστικά συμπεράσματα , ούτε γενικεύει αλλά ούτε και βγάζει συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια για το ποιος ή τι είναι σεξουαλική διαστροφή. Ωστόσο, υπάρχουν διαστροφές που είναι τόσο απομακρυσμένες από το φυσιολογικό ως προς το περιεχόμενό τους, ώστε μας είναι αδύνατο να μην τις αποκαλέσουμε «παθολογικές». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις (όπως, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις γλειψίματος περιττωμάτων ή συνουσίας με πτώματα), όπου το σεξουαλικό ένστικτο επιτυγχάνει να σημειώσει εκπληκτικές επιδόσεις στην κατατρόπωση των αντιστάσεων της ντροπής, της αηδίας, του τρόμου ή του πόνου. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα άτομα είναι παράφρονες ή θα καταστούν φορείς βαριών ανωμαλιών άλλων ειδών. Συμπερασματικά, μια διαστροφή έχει τα χαρακτηριστικά της αποκλειστικότητας και της μονιμότητας – τότε θα είμαστε συνήθως δικαιολογημένοι να την θεωρούμε ως παθολογικό σύμπτωμα.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα που καταλήγει ο Freud για τις διαστροφές είναι ότι το σεξουαλικό ένστικτο πρέπει να παλεύει ενάντια σε ορισμένες ψυχικές δυνάμεις οι οποίες δρουν ως αντιστάσεις, με πιο χαρακτηριστικές εξ αυτών την ντροπή και την αηδία. Είναι επιτρεπτό να υποθέσουμε ότι οι δυνάμεις αυτές παίζουν κάποιο ρόλο στη συγκράτηση του ενστίκτου αυτού μέσα στα όρια που θεωρούνται ως φυσιολογικά· και αν αναπτυχθούν στο άτομο, προτού το σεξουαλικό ένστικτο φτάσει στην πλήρη ισχύ του, είναι βέβαιο πως θα καθορίσουν την πορεία της ανάπτυξής του.
ΤΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΣΤΟΥ ΝΕΥΡΩΣΙΚΟΥΣ
Οι ψυχονευρώσεις όπως απέδειξε η τεχνική της ψυχανάλυσης οφείλονται κατά κύριο λόγω στις σεξουαλικές ενστικτώδεις δυνάμεις, καθώς τα συμπτώματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια έκφραση της σεξουαλικής δραστηριότητας του ασθενή. Η εξάλειψη των συμπτωμάτων των υστερικών ασθενών μέσω της ψυχανάλυσης διενεργείται στη βάση της υπόθεσης ότι τα συμπτώματα αυτά αποτελούν υποκατάστατα -ένα είδος μεταγραφής- μιας σειράς συγκινησιακά φορτισμένων ψυχικών διεργασιών, επιθυμιών και πόθων, οι οποίες, μέσω της λειτουργίας της απώθησης, έχουν εμποδιστεί από του να εξασφαλίσουν μια εκτόνωση (αποφόρτιση) με μια ψυχική δραστηριότητα που να είναι αποδεκτή από τη συνείδηση. Πχ. Η υστερία δηλαδή , αποκαλύπτει το ζεύγος των αντιθέτων που την χαρακτηρίζει – τον υπέρμετρο, δηλαδή, σεξουαλικό πόθο και την υπερβολική σεξουαλική αποστροφή. Μεταξύ της πίεσης του ενστίκτου και του ανταγωνισμού του προς τη σεξουαλικότητα, η ασθένεια του προσφέρει μια διέξοδο. Δεν επιλύει τη σύγκρουσή του, αλλά επιζητεί να την αποφύγει μέσω της μετατροπής των ερωτικών του παρορμήσεων σε συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση ψυχονευρώσεων σύμφωνα με τον Freud η ψυχανάλυση είναι πάντοτε σε θέση να δείξει ότι η ασθένεια οφείλεται στο σεξουαλικό περιεχόμενο της σύγκρουσης, το οποίο εμπόδισε τις ψυχικές διεργασίες να φτάσουν σε φυσιολογικό αποτέλεσμα.
ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ
Τα περιεχόμενα των συνειδητών φαντασιώσεων των διεστραμμένων (τα οποία μπορούν να μετατραπούν και σε έκδηλη συμπεριφορά ) , των παραισθησιακών φόβων των παρανοϊκών που προβάλλονται με επιθετικό τρόπο στους άλλους και των ασυνείδητων φαντασιώσεων των υστερικών όπως αποκαλύπτονται στην ψυχανάλυση, έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους καθώς προέρχονται από τις μεταβολές , μετατροπές και μεταστροφές της libido. Έτσι τα συμπτώματα σχηματίζονται κατά ένα μέρος σε βάρος της ανώμαλης σεξουαλικότητας· η νεύρωση είναι, για να το πούμε έτσι, το αρνητικό των διαστροφών.
Έτσι :
α) Στην ασυνείδητη ψυχική ζωή όλων των νευρωσικών (χωρίς καμία εξαίρεση) συναντώνται παρορμήσεις διαστροφής, εστίαση της libido σε άτομα του ιδίου φύλου.
(β) Είναι δυνατόν να ανακαλύψουμε στο ασυνείδητο των ψυχονευρωσικών τάσεις για κάθε είδους ανατομική επέκταση της σεξουαλικής δραστηριότητας, και να δείξουμε ότι οι τάσεις αυτές αποτελούν παράγοντες του σχηματισμού των συμπτωμάτων
(γ) ‘Εναν εντελώς δεσπόζοντα ρόλο, στον σχηματισμό των συμπτωμάτων στις ψυχονευρώσεις, διαδραματίζουν τα ως επί το πλείστον σε ζεύγη αντιθέτων παρουσιαζόμενα επί μέρους ένστικτα, τα οποία αναγνωρίσαμε ως φορείς νέων σεξουαλικών σκοπών – το ένστικτο του ηδονοβλεψία και επιδειξιμανούς και τις ενεργητικές και παθητικές μορφές του ενστίκτου της σκληρότητας. Η συμβολή των τελευταίων από αυτά είναι ουσιαστική για την κατανόηση του γεγονότος ότι τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο, και ότι σχεδόν πάντοτε παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην κοινωνική συμπεριφορά του ασθενή. Είναι επίσης με μέσο αυτήν τη διασύνδεση της libido με τη σκληρότητα που πραγματοποιείται η μετατροπή της αγάπης σε μίσος, η μετατροπή συγκεκριμένα των στοργικών παρορμήσεων σε εχθρικές, πράγμα το οποίο είναι χαρακτηριστικό ενός μεγάλου αριθμού περιπτώσεων νεύρωσης, και στην πραγματικότητα, απ’ ό,τι φαίνεται, της παράνοιας εν γένει.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *