Η εξέλιξη του ανθρώπινου γένους σε κοινωνίες με πολιτισμικό περιεχόμενο οδήγησε στον περιορισμό της προσωπικής ευχαρίστησης του ατόμου για την πραγματοποίηση μιας ειρηνικής και ασφαλούς συμβίωσης, στα πλαίσια των σκοπών της κοινωνίας. Ο περιορισμός της ελεύθερης προσωπικής ανάπτυξης έγινε δυνατός μέσω του ψυχικού φαινομένου της ενοχής, το οποίο συνιστά τον αντίποδα για το Αυτό, περιορίζοντάς το για να επιτευχθεί η κοινωνικοποίηση του ατόμου. Η σημαντική αυτή θέση του Φρόιντ (Η Δυσφορία στον Πολιτισμό), περιέχει το κλειδί για την κατανόηση της κατάθλιψης.

Το φαινόμενο της παθολογικής κατάθλιψης είναι αποτέλεσμα ενός συναισθήματος ενοχής την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε υπαρξιακή ενοχή. Μελετώντας την καταθλιπτική κατάσταση του Εγώ η Κλάιν ξεχώρισε μια «καταδιωκτική», όπως την ονόμασε, ενοχή και μια «καταθλιπτική». Η πρώτη αντιστοιχεί κατά την Κλάιν στην εξελικτική φάση της πρόσληψης του μερικού αντικειμένου και η δεύτερη στην μετέπειτα φάση της πρόσληψης του αντικειμένου ως αυτόνομης οντότητας. Η καθήλωση στην πρώτη συνεπάγεται ψυχωσικές διαταραχές, ενώ η δεύτερη δημιουργεί την κατάσταση της κατάθλιψης.

Στην κατάσταση της κατάθλιψης το Εγώ κυριαρχείται από δυο χαρακτηριστικά. Την μαζοχιστική μείωση της υποκειμενικής του αξίας, σε συνάρτηση με ένα συναίσθημα υπαρξιακής ενοχής και την αναστολή κάθε επιθετικής ή λιβιδινικής ενέργειας, η οποία ακινητοποιεί τόσο την αίσθηση όσο και τη δράση.
Για την κατανόηση της κατάστασης, ή, ακριβέστερα, της διαταραχής της κατάθλιψης και τη διαφοροποίηση των μορφών με τις οποίες παρουσιάζεται, χρειάζεται μια ανάλυση του φαινομένου της ενοχής, σε συνάρτηση με την αυτοαξία του υποκειμένου και τους παράγοντες που αναστέλλουν αισθήσεις και δράση.

Η κοινωνικοποίηση του ατόμου από τη στιγμή της γέννησής του, δεν είναι απόλυτο προνόμιο του ανθρώπου. Ο J. Bowlby έχει περιγράψει το φαινόμενο της προσκόλλησης (attachment) του νεογέννητου ζώου, σε θηλαστικά, στο πρώτο αντικείμενο με το οποίο το νεογέννητο έρχεται σε επαφή μόλις γεννηθεί. Με την
προσκόλληση αυτή το νεογέννητο ενδοβάλλει (imprint) χαρακτηριστικά της μητέρας του. Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση ότι η προσκόλληση του νεογέννητου γίνεται στο πρώτο αντικείμενο επικοινωνίας, που στη φυσική κατάσταση είναι η μάνα, αλλά μπορεί να είναι και οποιοδήποτε άλλο. Με τη γέννηση ενεργοποιείται ένα ένστικτο προσκόλλησης -και εξάρτησης από- τη μητέρα, την οποία το ακόμα σχετικά ανώριμο μικρό ακολουθεί. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι συγχρόνως ενδοβάλλει, με το ένστικτο της μίμησης (ενδοβολής), πρότυπα συμπεριφοράς και αντιδράσεων της μητέρας. Σε πολλά είδη, και κυρίως σ’ αυτά που ζουν σε αγέλες, που μοιάζουν με υποτυπώδεις κοινωνίες, αυτή η συμπεριφορά παραμένει και όταν το ζώο ενηλικιωθεί. Έχει μάλιστα διαπιστωθεί ότι θηλυκά οπληφόρα ακολουθούν τη μητέρα σε όλη τους την ζωή, ενώ τα αρσενικά σε κάποια φάση ανεξαρτητοποιούνται. Το φαινόμενο αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε για ένα ένστικτο εξάρτησης, το οποίο στα ζώα έχει σαν αποτέλεσμα τη ζωή σε αγέλες, προσφέροντας έτσι ασφάλεια στα άτομα της αγέλης.
Κάτι παρόμοιο είναι και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Καταρχήν προσφέρουν στον άνθρωπο ασφάλεια. Και γίνονται δυνατές με το ίδιο ένστικτο που κάνει δυνατές τις αγέλες στα ζώα. Ο άνθρωπος λοιπόν γεννιέται με ένα ένστικτο – η, αν μας ενοχλεί ο όρος ένστικτο σε σχέση με τον άνθρωπο, με ενδογενείς ανάγκες εξάρτησης και προσκόλλησης στο μητρικό αντικείμενο για ασφάλεια στην επιβίωση και ως οδηγό στην εξέλιξή του. Η έλλειψη του μητρικού αντικειμένου, ή της, επίσης ενστικτώδους, προστασίας του, εκτός του ότι προκαλεί ένα θεμελιώδη φόβο σχετικό με την επιβίωση, το στερεί και από τα περιεχόμενα προς ενδοβολή που είναι απαραίτητα για την εξέλιξή του. Στην περίπτωση «ακατάλληλου» μητρικού αντικειμένου, το νεογέννητο μπορεί να ενδοβάλει πρότυπα, τα οποία δεν είναι σύντονα με τις ενδογενείς ανάγκες του.

Σε σύγκριση με τους υπολοίπους ζωικούς οργανισμούς το ανθρώπινο έμβρυο γεννιέται ανώριμο ως προς την ικανότητά του για επιβίωση. Έτσι η εξάρτησή του από το μητρικό αντικείμενο και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος έχουν αποφασιστικό ρόλο στην ωρίμανσή του, εξασφαλίζοντάς του έτσι προσαρμοστικότητα πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των άλλων ειδών του ζωικού βασιλείου. Αυτή, με τη σειρά της, του εξασφαλίζει την επιβίωση στα πιο διαφορετικά περιβάλλοντα. Παράλληλα, η επίδραση των ενδογενών αναγκών, δηλαδή, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική ορολογία το Αυτό, συνθέτει μαζί με τους επίκτητους παράγοντες αυτό που ονομάζουμε Εγώ.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στην ωρίμανση του ατόμου, η οποία συντελείται σταδιακά μέχρι και την εφηβεία, είναι το πόσο σύντονες με τις ενδογενείς ανάγκες είναι οι προσφορές και οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Η έμφυτη προσκόλληση στο -και η εξάρτηση από- το μητρικό αντικείμενο ή το υποκατάστατό του, συνδέεται με δυο ανάγκες του βρέφους. Η πρώτη και βασική για την επιβίωσή του είναι η ασφάλεια. Αυτή βρίσκεται στην προσφορά τροφής, σωματικής θαλπωρής (σε όλη μας την ζωή συνδέουμε τη ζέστη με «αγάπη» και συναισθηματική επικοινωνία), προστασία από εχθρούς ή όποιους κινδύνους απειλούν την επιβίωση. Η δεύτερη είναι τα πρότυπα τα οποία προσφέρονται για την εξέλιξη των βασικών ενδογενών σωματικών και ψυχικών λειτουργιών του παιδιού. Αυτές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα απορριπτικό και απαγορευτικό μητρικό αντικείμενο η περιβάλλον (κακό αντικείμενο, κατά την κλαϊνική ορολογία), ή με αυτό που θα ονομάζαμε σύντονο με αυτές, δεκτικό και επιτρεπτικό («καλό») αντικείμενο. Στη δεύτερη περίπτωση η ωρίμανση και άσκηση των σωματικών και ψυχικών λειτουργιών συνοδεύεται από αίσθηση ευχαρίστησης, που γίνεται μέρος του αναπτυσσόμενου Εγώ, στο πλαίσιο του οποίου ωριμάζει σε συντονισμό με τις προδιαγραφές του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το αποτέλεσμα είναι ένα ψυχοσωματικά υγιές άτομο με ένα Εγώ ικανό να προσαρμοστεί στα πλαίσια της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, έχοντας στη διάθεσή του έναν υγιή οργανισμό και τόση λιβιδινική και επιθετική ενεργεία όση απαιτείται για την ικανοποίηση της βασικής ανάγκης για επικοινωνία με το περιβάλλον.

Όταν η μητέρα και οι συνθήκες του περιβάλλοντος δεν εξασφαλίζουν στο βρέφος το συναίσθημα της ασφάλειας, ή οποτεδήποτε αυτή απειλείται, ο οργανισμός του αντιδρά με φόβο. Αυτό, όπως ξέρουμε, σε πολύ πρώιμες φάσεις της εξέλιξης και πριν την εγκατάσταση ενός Εγώ που μπορεί να αντιμετωπίσει τον φόβο με ώριμες άμυνες, κινητοποιεί καταδιωκτικές ψυχικές αντιδράσεις. Εκεί, πιστεύω, ανάγεται και το σύμπτωμα της «καταδιωκτικής» ενοχής. Από τη δεύτερη προϋπόθεση της ανάπτυξης, δηλαδή τη σύντονη με τις ενδογενείς ανάγκες επίδραση του μητρικού αντικειμένου, στο οποίο το βρέφος έχει προσκολληθεί, εξαρτάται η σύνθεση και η λειτουργία του Εγώ. Με σύνθεση εννοώ την αναλογία των εσωτερικών ενδογενών αισθήσεων και λειτουργιών τις οποίες διαθέτει το Εγώ σε σχέση με τις απαιτήσεις της μητέρας και του περιβάλλοντος γενικότερα. Όσο αυτές οι τελευταίες

υπερισχύουν τόσο πιο προσαρμοσμένο είναι το άτομο και λειτουργεί στην κατεύθυνση της ικανοποίησης του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Είναι «καλό», ως παιδί, ως μαθητής, ως επαγγελματίας, ως πολίτης, κ.ο.κ. Αντ’ αυτού υστερεί στο προσωπικό επίπεδο, στην αυτόνομη αίσθηση και ζωτικότητα στις λειτουργίες του. Το Εγώ του λειτουργεί με κίνητρο περισσότερο το «καλό», το «σωστό», το «πρέπει» και λιγότερο τις εσωτερικές του ανάγκες και επιθυμίες.

Η κοινωνικοποίηση του ατόμου βασίζεται μεν στην ενστικτώδη ανάγκη της εξάρτησης, με την οποία το βρέφος αφομοιώνει τις πρώτες του εμπειρίες, εξελίσσεται όμως με την αρχή της «δοκιμής και του λάθους», την οποία χρησιμοποιούμε για να επιτύχουμε ορισμένες συμπεριφορές, στα γνωστά μας πειράματα με ποντικούς και άλλα ζώα. Όταν η αντίδραση του πειραματόζωου, στην περίπτωσή μας του βρέφους, που βασικά είναι σύντονη με τα ένστικτά του, είναι «λάθος», τότε αυτό έχει μια δυσάρεστη εμπειρία, «τιμωρείται». Από τη βρεφική ηλικία μαθαίνουμε στα παιδιά ότι όποια πράξη ή αντίδρασή τους δεν είναι η επιθυμητή, αποτελεί κάτι «κακό». Αυτή είναι η αρχή της ανθρώπινης ηθικής.
Το «κακό» ενδοβάλλεται από το μικρό παιδί ως ιδιότητα της επιθυμίας η της πράξης του, και όχι ως ιδιότητα του εξωτερικού αντικειμένου. Ο φόβος της αναμενόμενης τιμωρίας αποτελεί τον φόβο της ενοχής, έναν φόβο (ο οποίος, σημειωτέον, χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος και μόνον) τον οποίο το υποκείμενο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει σαν οποιοδήποτε εξωτερικό κίνδυνο, δεδομένου ότι η πηγή του κινδύνου είναι το ίδιο το κοινωνικοποιημένο Αυτό.

Η αιτία του φόβου της ενοχής είναι συνάρτηση της εξελικτικής φάσης στην οποία βρίσκεται το υποκείμενο. Αρχίζει με μια ολική αδιαφοροποίητη απόρριψη της ύπαρξης αυτής καθ’ εαυτής, διαφοροποιείται στο φύλο, και σε συνέχεια σε μέρη της αίσθησης, σκέψης και λειτουργίας του Εγώ, καθώς αυτό ωριμάζει. Με την απώθηση, το Εγώ προσπαθεί να απαλλαγεί από τον φόβο της ενοχής, όπως όμως γνωρίζουμε, με μερική μόνον επιτυχία. Στο κοινωνικοποιημένο άτομο η ενοχή καθορίζει την αξία του, και, μέσω αυτής, τη θέση του στην κοινωνική ιεραρχία. Περιορίζει τις επιθυμίες και τη δράση του, για τις οποίες δεν είναι «άξιο», το περιθωριοποιεί, του αφαιρεί τα «δικαιώματά» του. Δημιουργεί ένα συναίσθημα ντροπής για οτιδήποτε βιώνει ως ενοχικό, ακόμα και αν αυτό ανήκει στις βασικές ενδογενείς ανάγκες, όπως, λ.χ., στην περίπτωση της ερωτικής επιθυμίας. Με λίγα λόγια οδηγεί στην καταθλιπτική αντίδραση με τις αυτοκαταστροφικές της συνέπειες.

Η κοινωνία προσφέρει ως ρυθμιστική βαλβίδα ασφαλείας την εξιλέωση, ένα είδος εξαγοράς της ενοχής με θεσμοθετημένες ποινές, που παρουσιάζεται ως μόνη δυνατότητα απαλλαγής από την ενοχή. Τόσο οι μυθολογίες των διαφόρων πολιτισμών, όσο και τα ηθικά και θρησκευτικά συστήματα τα οποία καθορίζουν την ενοχικότητα την οποία χρειάζονται προκειμένου να κοινωνικοποιήσουν το άτομο, περιέχουν μαζί με τους ηθικούς κώδικες και παραδείγματα για τη δυνατότητα εξιλέωσης στην εκάστοτε περίπτωση ενοχής. Αποτελεί η κατάθλιψη έναν τρόπο εξιλέωσης ενοχών; Ή η εξιλέωση ένα τρόπο αποφυγής της κατάθλιψης; Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι ο θάνατος είναι ο ύστατος τρόπος εξιλέωσης (η συλλογική εξιλέωση του προπατορικού αμαρτήματος του ανθρώπου με τον θάνατο του Ιησού στη χριστιανική θρησκεία).

Η πιο βαριά μορφή κατάθλιψης μπορεί να θεωρηθεί ως μερικός θάνατος του οργανισμού, ο οποίος έχει περιορίσει τις αισθήσεις και την ενέργειά του σε ένα ελάχιστο, έτσι ώστε μπορούμε να μιλάμε για έναν ψυχικό θάνατο. Δεν υπάρχει ούτε καν όση ενέργεια χρειάζεται για την τελευταία συνέπεια, το θάνατο. Γι’ αυτό και οι αυτοκτονίες μανιοκαταθλιπτικών συμβαίνουν στο στάδιο εξόδου από την καταθλιπτική φάση προς την μανιακή, κατά την οποία ελευθερώνεται καταστροφική επιθετικότητα. Στη βαριά κατάθλιψη, ενοχή αποτελεί η ύπαρξη καθαυτή. Δεν έχω στοιχεία για να κάνω υποθέσεις σχετικά με την επικοινωνία του νεογέννητου με το πρώτο αντικείμενο εξάρτησης, η οποία οδηγεί στην υπαρξιακή αυτή ενοχή. Η ύπαρξή του θα πρέπει να βιώνεται ασυνείδητα ως ανεπιθύμητη, ενοχλητική ή και επικίνδυνη για το μητρικό αντικείμενο. Το σύμπτωμα της ψυχογενούς ανορεξίας είναι κατά πάσα πιθανότητα συνέπεια της υπαρξιακής αυτής ενοχής.

Η επόμενη υπαρξιακή ενοχή βιώνεται σε συνάρτηση με το φύλο του παιδιού. Η διαφορά αξίας αρσενικών και θηλυκών επιγόνων στις πατριαρχικές κοινωνίες έχει, υπό ορισμένες συνθήκες ως αποτέλεσμα την αρνητική αντιμετώπιση ενός θηλυκού νεογέννητου, το οποίο αργότερα βιώνει το φύλο του ως βαριά ενοχή, με συμπτώματα κατάθλιψης και απώθησης

Σημαντική για την κατάθλιψη είναι η ενοχή σχετικά με την λειτουργία της επιθετικότητας, η οποία μαζί με την ερωτική, ως βασικά κίνητρα του Εγώ, ρυθμίζονται ποιοτικά και ποσοτικά μέσω της κοινωνικοποίησης. Με την ανάπτυξη του Εγώ και τη διαφοροποίηση του από το αντικείμενο εξάρτησης, το Εγώ αμύνεται στην ενοχοποίηση με επιθετικότητα. Θυμός και οργή, είναι η άμυνα και του μικρού ακόμα παιδιού, στην επιβολή της ξένης προς το Εγώ του θέλησης και της ενοχοποίησης της δικής του. Η πρώιμη ενοχική καταστολή της επιθετικής λειτουργίας στερεί το Εγώ από ένα βασικό κίνητρο αντίδρασης και δράσης. Το αποτέλεσμα είναι η καταθλιπτική απόσυρση με ταυτόχρονη καταστολή των αισθήσεων, οι οποίες ενεργοποιούν την επιθετική αντίδραση. Όσο πιο ενοχικά φορτισμένη είναι η επιθετική άμυνα του οργανισμού, τόσο πιο καταθλιπτικά αντιδρά το Εγώ σε πιέσεις του περιβάλλοντος, ματαιώσεις, απαιτήσεις, ενοχοποιήσεις.

Είδαμε ότι το αντίδοτο της ενοχής και συνεπώς και της κατάθλιψης βρίσκεται στην εξιλέωση. Ανάλογα με το «βάρος» της ενοχής (και αυτό εξαρτάται από την εξελικτική φάση στην οποία βιώθηκε η ενοχοποίηση) η εξιλέωση έχει διάφορες μορφές. Εργασιομανία (Σίσυφος), στέρηση (Τάνταλος), σωματικός πόνος (Προμηθέας), θάνατος (Ιησούς), αποτελούν βασικές μορφές εξιλέωσης. Θα ξεπερνούσε όμως τα όρια της εργασίας αυτής για την κατάθλιψη, η ανάλυση των νευρωτικών συμπτωμάτων και της χαρακτηρολογίας η οποία προκύπτει από τις διάφορες μορφές εξιλέωσης και του αντικαταθλιπτικού τους ρόλου.

Του Ηλία Λιακόπουλου . Περιοδικό Διάλογοι για την ψυχανάλυση . Αθήνα 2009.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *