Πλήθος μελετών έχουν αναφερθεί σε αυτήν την «ιδιαίτερη» ηλικιακή βαθμίδα της εφηβείας, η οποία χαρακτηρίζεται ως το ενδιάμεσο στάδιο της παιδικής και της ενήλικης ζωής. και η οποία ξεκινά περίπου στο ενδέκατο με δωδέκατο έτος της ηλικίας, με αλλαγές τόσο στα βιολογικά όσο και στα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά του ατόμου (Παρασκευόπουλος, nd). Η Δραγώνα (1992) πολύ χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εφηβεία ως την «ανάγκη του εφήβου να γνωρίσει και να περιμαζέψει τα χίλια κομματάκια του σε ένα νοηματοδοτημένο όλον που να χαρακτηρίζεται από συνέχεια και συνέπεια» (σ.48).
Σύμφωνα, με την ψυχαναλυτική θεώρηση του Blos (1962, 1967) η εφηβεία εμφανίζεται ως μια διαδικασία εξατομίκευσης και αποδέσμευσης από τα αρχαϊκά πρότυπα, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται η αντίληψη του εαυτού και της ταυτότητας. Συγκεκριμένα, η αναπτυξιακή αυτή φάση διακρίνεται από πέντε λιβιδινικά στάδια :
Το πρώτο στάδιο, αναφέρεται στην προεφηβεία, η οποία χαρακτηρίζεται από ενεργοποίηση των παρορμήσεων , εξαιτίας της οργανικής ανάπτυξης. Η αφύπνιση αυτή δημιουργεί αύξηση των ενορμησιακών πιέσεων οι οποίες όμως δεν έχουν συγκεκριμένο στόχο. Το επόμενο στάδιο, είναι η πρώτη εφηβεία, που χαρακτηρίζεται από αποεπένδυση των αντικειμένων αιμομικτικού έρωτα, δηλαδή των γονεϊκών προτύπων. Το συγκεκριμένο στάδιο είναι αποσταθεροποιητικό για τον έφηβο καθότι μπορεί να διακινδυνεύσει τη φυσιολογική του λειτουργία. Το τρίτο στάδιο, καλείται εφηβεία, στην οποία ανακαλύπτεται το ετεροσεξουαλικό αντικείμενο μέσα από την αφύπνιση του Οιδιπόδειου. Η φάση αυτή είναι «ναρκισσιστική» που ταλαντεύει το άτομο ανάμεσα στην προσκόλληση του γονεϊκού περιβάλλοντος και στον έρωτα για το νέο αντικείμενο αγάπης. Η διαδικασία αυτή συνοδεύεται από μια καταθλιπτική φάση μέχρι να επιτευχθεί η αντικατάσταση των πρώτων αντικειμένων. Στο τέλος της εφηβείας, οι λειτουργίες του Εγώ θα βρίσκονται σε φάση ενδυνάμωσης συγκροτώντας την αναπαράσταση του Εαυτού, ως «κληρονόμου της εφηβείας», την ίδια στιγμή που το Υπέρ – Εγώ εμφανίζεται ως ο «κληρονόμος του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος» . Στο τελευταίο στάδιο της μετα – εφηβείας σηματοδοτείται η είσοδος στην ενηλικίωση και ότι τη συνοδεύει αυτή.
Όσον αφορά τη γνωστική αναπτυξιακή διάσταση, η εφηβεία σημαίνει την είσοδο του ατόμου στην περίοδο των τυπικών ή αφαιρετικών νοητικών ενεργειών (Piaget, 1947/2007), η οποία επιτρέπει στον έφηβο να κάνει συλλογισμούς ανώτερης διαδικασίας και να επεξεργάζεται τις τάξεις των αντικειμένων ως αφηρημένες οντότητες. Ο έφηβος έτσι μπορεί να χρησιμοποιεί εναλλακτικές ερμηνείες για το ίδιο φαινόμενο , να κάνει υποθέσεις , να χειρίζεται σύμβολα και να κατανοεί την έννοια της μεταφοράς.
Οι παραπάνω αναπτυγμένες λειτουργίες, εντέλει, θα επεκτείνουν την ικανότητά του να αναγνωρίζει μια ποικιλία συναισθημάτων, καθώς και τη διαφορά ανάμεσα στην ποιότητα του αντικειμένου και συναισθηματική διάσταση προς αυτό (Hauser & Smith, 1991). Επομένως, ο έφηβος θα αναθεωρήσει την «παιδική» κοσμοθεωρία του και θα αναγνωρίσει μια λογική συνέπεια στις αντιφάσεις του εαυτού του, τον οποίο θα αντιληφθεί ως μια ενιαία και μοναδική υπόσταση (Inhelder & Piaget, 1955)
Ως προς το συναισθηματικό επίπεδο, στην εφηβεία αναδύονται ψυχικές συγκρούσεις οι οποίες δημιουργούν μεγάλο φάσμα συγκρουσιακών συναισθημάτων, κινητοποιώντας αμυντικούς μηχανισμούς για την προστασία του Εγώ (Blos, 1968, Winnicott, 1985, A. Freud, 1936/2007). Οι κυριότεροι αμυντικοί μηχανισμοί όπως αναφέρονται από την Ποταμιάνου (1985) συνοψίζονται ως εξής:
Η Άρνηση: Αφορά τη άρνηση του εφήβου να αποδεχτεί τον εαυτό του, ως άτομο που δεν ανταποκρίνεται στο Ιδεώδες Εγώ (βλ. Harter, 1986• Higgins, 1987). Έτσι αρνείται τη ρεαλιστική φύση του εαυτού οπότε εκδηλώνει υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του ή εμμονή σε ναρκισσιστικές επενδύσεις. Ωστόσο η άρνηση μπορεί να εκφραστεί ως μορφή αμφισβήτησης των γονεϊκών προτύπων, των δασκάλων, της κοινωνίας κτλ.
Σχάση ή Διχοτόμηση: Είναι πρώιμος μηχανισμός Κλαινικής έμπνευσης τον οποίο γίνεται διχοτόμηση των αντικειμένων ή των συναισθημάτων (σε «καλό» και «κακό» ή αποκλεισμός συναισθημάτων). Η αμυντική αυτή λειτουργία μπορεί να προστατεύσει το άτομο από την αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις και αντιθέσεις ενώ ανακουφίζει και από το υπό διαμόρφωση άγχος ταυτότητας.
Εγωκεντρισμός: Είναι αποτέλεσμα της γνωστικής ανάπτυξης του εφήβου το οποίο ωστόσο επηρεάζει τη συναισθηματική ζωή του ατόμου, φαντασιώνοντας τις αντιδράσεις των άλλων («φανταστικό ακροατήριο») και παράλληλα αντιλαμβάνεται τον εαυτό με φαντασιωσικές διαστάσεις ιδιαιτερότητας και υπεροχής («προσωπικός μύθος») (Elkind, 1967).
Διεργασίες οριοθέτησης, αυτοπροσδιορισμού και ταυτότητας: Πρόκειται για απορρόφηση σε διεργασίες αυτό – οριοθέτησης, η οποία περιγράφεται υπό τους συναισθηματικούς όρους της «κρίσης ταυτότητας» που περιγράφει ο Erikson (ό.π.).
2. Η ανάπτυξη της ταυτότητας και εφηβεία. Μια από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές προκλήσεις της εφηβείας, όπως έχουν αναφερθεί οι περισσότεροι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι, είναι η διαμόρφωση ταυτότητας η οποία έγκειται στην καλλιέργεια μιας σειράς πολύτιμων δυνατοτήτων, και ελπίδων του νέου για το μέλλον (Coleman, 2013).
O Erik Erikson (1968) προσέγγισε την έννοια της ταυτότητας μελετώντας τα αναπτυξιακά στάδια της ζωής του ατόμου, δίνοντας έμφαση στην εφηβική ανάπτυξη της ταυτότητας του εαυτού. Ο ίδιος πίστευε, ότι η αναζήτηση της ταυτότητας στην εφηβεία γίνεται ιδιαιτέρα έντονη εξαιτίας παραγόντων όπως οι ψυχοβιοκοινωνικές αλλαγές καθώς και η ιδιαίτερη σημασία που έχει για τον έφηβο η λήψη σημαντικών αποφάσεων σε όλους σχεδόν τους τομείς της ζωής του. Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία του, ο αναπτυξιακός στόχος της εφηβείας συνίσταται στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής ταυτότητας και την αποτροπή σύγχυσης/διάχυσης αυτής.
Η σύγχυση/διάχυση της ταυτότητας διακρίνεται από τέσσερα σημαντικά στοιχεία:
Το πρώτο σχετίζεται με τη διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων που μπορεί να οδηγήσουν τον έφηβο αντίστοιχα στην «οικειότητα ή την απομόνωση». Η πρόκληση του εφήβου σε αυτή την περίπτωση είναι να μπορεί να δημιουργεί στενές σχέσεις χωρίς όμως να χάνει την ταυτότητά του. Για παράδειγμα, ο φόβος της οικειότητας, μπορεί να τον οδηγήσει στην απομόνωση ή στη δημιουργία στερεότυπων ή τυπικών σχέσεων ενώ ένα άλλο ενδεχόμενο : «με φρενήρεις απόπειρες και επώδυνες αποτυχίες, να αναζητήσει στενές σχέσεις με ακατάλληλους συντρόφους» (Erikson,1968, σ. 167). Το δεύτερο στοιχείο, έχει να κάνει με τη διαχείριση του χρόνου, καθώς υπάρχει η πιθανότητα σύγχυσης με τη «χρονική προοπτική». Εδώ, ο έφηβος διαπιστώνει ότι του είναι δύσκολο έως αδύνατο να προγραμματίσει το μέλλον ή να διατηρήσει οποιαδήποτε αίσθηση του χρόνου. Και το τρίτο, έγκειται στη «διάχυση της παραγωγικότητας, στην οποία το άτομο δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις δυνατότητές του με ρεαλιστικό τρόπο, είτε στη δουλειά του είτε στις σπουδές του . Μια άλλη κατάσταση που μπορεί να υποπέσει ο έφηβος κατά τη διαδικασία διερεύνησης, είναι η δημιουργία «αρνητικής ταυτότητας», η οποία συντελείται στην περίπτωση που ο νέος επιλέξει μια ταυτότητα ακριβώς αντίθετη από αυτήν που επιθυμούν οι γονείς ή άλλοι σημαντικοί ενήλικες (ό.π.). Πέραν τούτου, ο Erikson (1968) ανέφερε και μια άλλη σημαντική έννοια, το «ψυχοκοινωνικό μορατόριουμ», κατά το οποίο ο έφηβος δοκιμάζει και απορρίπτει ρόλους μέχρι να δεσμευτεί σε κάποιον που ταιριάζει στον εαυτό του. Ενώ ένα τέτοιο στάδιο από τη μία μπορεί να οδηγήσει σε αποπροσανατολισμό ή αναστάτωση, από την άλλη είναι και μια υγιής λειτουργία: «Μεγάλο μέρος αυτής της φαινομενικής σύγχυσης μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κοινωνικό παιχνίδι – ο πραγματικός γενετικός διάδοχος του παιχνιδιού της παιδικής ηλικίας» (σ. 164). Άλλα χαρακτηριστικά σύμφωνα με τον Erikson (ό.π.) κατά τον αγώνα του εφήβου στη διαμόρφωση σταθερής συνεκτικής ταυτότητας είναι: Η έντονη ενασχόληση με την εμφάνιση, η λατρεία ηρώων – προτύπων, η διαμόρφωση ιδεολογίας και η επένδυση του ατόμου στην ομάδα των συνομηλίκων, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της ομαδικής και κοινωνικής ταυτότητας του.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *